Τρίτη 24 Οκτωβρίου 2017

Μία, δύο, τρεις, πολλές Καταλονίες απειλούν την Ευρώπη




Μπορεί τα φώτα της δημοσιότητας να ήταν -δικαίως- στραμμένα στην Καταλονία το τελευταίο διάστημα, όμως δεν χωράει αμφιβολία ότι σήμερα στην Ευρώπη υπάρχουν πολύ περισσότερα αυτονομιστικά και αποσχιστικά κινήματα, με μακρά παράδοση και έντονη επιρροή. Κινήματα που θυμίζουν, σύμφωνα με κάποιους, τις «δυστυχισμένες οικογένειες» του Λέον Τολστόι. 
Μπορεί οι εξελίξεις σε αυτές τις περιοχές να μην έχουν λάβει τη δραματική διάσταση που γνωρίσαμε τις τελευταίες εβδομάδες στη Βαρκελώνη, αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι η σημασία τους είναι αμελητέα. Πολύ περισσότερο που όλα μαζί -έστω κι αν οι ρίζες τους είναι διαφορετικές- συνιστούν μια μεγάλη απειλή για την Ευρώπη.
Και μάλιστα, σε μία στιγμή που στις Βρυξέλλες έχει αρχίσει να συζητιέται η επιτάχυνση των διαδικασιών ενοποίησης της Ε.Ε. και της Ευρωζώνης, όπως φάνηκε και στη σύνοδο κορυφής της περασμένης εβδομάδας.
Βόρεια Ιταλία
Το άτυπο δημοψήφισμα που πραγματοποιήθηκε την Κυριακή με αίτημα τη διευρυμένη αυτονομία σε δύο από τις πιο πλούσιες περιφέρειες της Ιταλίας, το Βένετο και τη Λομβαρδία, αποδεικνύει του λόγου το αληθές: Στην πρώτη, το «ναι» άγγιξε το 98,1%, στην δεύτερη το 95,64%. Όσο για τη συμμετοχή στο δημοψήφισμα, στο Βένετο άγγιξε το 57,2% (με τις αισιόδοξες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για 50%), ενώ στη Λομβαρδία περίπου στο 40%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η τοπική εξουσία ανήκει στην ακροδεξιά, εθνικιστική και ευρωσκεπτικιστική Λίγκα του Βορρά του Matteo Salvini, ενώ υπέρ του «ναι» στο δημοψήφισμα είχαν ταχθεί τόσο η Φόρτσα Ιτάλια του Silvio Berlusconi όσο και το Κίνημα των Πέντε Αστέρων του Beppe Grillo -τρία κόμματα, δηλαδή, που στις εθνικές δημοσκοπήσεις συγκεντρώνουν αθροιστικά ένα ποσοστό πολύ πάνω από το 50%. 
Αντιθέτως, οι Δημοκρατικοί είναι το μόνο από τα μεγάλα κόμματα που δεν στήριξε επισήμως το «ναι», αν και πολλά τοπικά στελέχη του έσπευσαν να ταχθούν στο πλευρό των αυτονομιστών.
Στην περίπτωση της Ιταλίας, πάντως, είναι σαφές ότι το αυτονομιστικό κίνημα αντλεί μεγάλο μέρος της επιρροής του από την απροθυμία της πλούσιας ελίτ και μεγάλου μέρους της κοινωνίας του Βορρά να πληρώνει για τη «συντήρηση» των ομοεθνών τους στον κατά πολύ φτωχότερο Νότο.
Σκοτία-Ην. Βασίλειο
Το Εθνικό Κόμμα της Σκοτίας (SNP) ποτέ δεν συμβιβάστηκε με τη ιδέα της παραμονής στο Ηνωμένο Βασίλειο -ούτε, βεβαίως, με την καθαρή του ήττα στο (νόμιμο) δημοψήφισμα του 2014, όπου η πρόταση για απόσχιση και ίδρυση ανεξάρτητου κράτους ηττήθηκε καθαρά, συγκεντρώνοντας το 45% των ψήφων έναντι 55% που τάχθηκαν υπέρ του «όχι».
Η υπόθεση θα θεωρούνταν πολιτικά «νεκρή» για τα πολλά επόμενα χρόνια εάν δεν είχε μεσολαβήσει το δημοψήφισμα που έγινε σε όλη τη Βρετανία, τον Ιούνιο του 2016, αποφασίζοντας την αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση -το περίφημο Brexit. Οι σκοτσέζοι εθνικιστές και η πρωθυπουργός τους Nicola Sturgeon εκτίμησαν ότι είχαν μπροστά τους μια δεύτερη ευκαιρία και, πλέον, επιδιώκουν να προχωρήσουν σε δεύτερο δημοψήφισμα.
Το επιχείρημα που προβάλλουν δημοσίως είναι ότι η Σκοτία ψήφισε με μεγάλη πλειοψηφία υπέρ της παραμονής στην Ε.Ε. και με την αποχώρηση θα αλλάξουν ριζικά τα δεδομένα σε βάρος της. Ουσιαστικά, βεβαίως, αυτό που παγίως επιδιώκουν οι Σκοτσέζοι -πέρα από την ικανοποίηση του ιστορικού τους αιτήματος για ανεξαρτησία- είναι να αποκτήσουν τον πρώτο λόγο και πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βόρειας Θάλασσας, τα οποία θεωρούν ότι δικαιωματικά τους ανήκουν.
Βόρεια Ιρλανδία - Ην. Βασίλειο
Το Λονδίνο αντιμετωπίζει ένα ακόμη πρόβλημα εθνικισμού, που έχει παράλληλα έντονη θρησκευτική αλλά και ταξική διάσταση. Πρόκειται, βεβαίως, για την υπόθεση της Βόρειας Ιρλανδίας, η οποία μοιάζει με ένα ηφαίστειο σε καταστολή από την ημέρα της υπογραφής της αποκαλούμενης «συμφωνίας της Μεγάλης Παρασκευής», που υπογράφηκε το 1998 και τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του επόμενου έτους.
Οι αντιθέσεις στην περιοχή πηγάζουν από τα βάθη των αιώνων, ενώ τα μίση παρέμειναν άσβεστα μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους της Ιρλανδίας, το 1922, καθώς η Β. Ιρλανδία παρέμεινε στην επικράτεια του Ηνωμένου Βασιλείου, μιας και η πλειοψηφία των κατοίκων της ήταν προτεστάντες «ενωτικοί». Σημειώνεται ότι σε σχετικό δημοψήφισμα του 1973, η συντριπτική πλειοψηφία τάχθηκε υπέρ της διατήρησης του υφιστάμενου καθεστώτος, με την πλήρη όμως αποχή των καθολικών, που αντιπροσωπεύουν πάνω από το 40% του πληθυσμού.
Η αντιπαράθεση κορυφώθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του '60 μέχρι την υπογραφή της προαναφερθείσας συμφωνίας, όταν η βίαιη βρετανική κατοχή και οι συγκρούσεις ανάμεσα στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό (IRA) και τις αντίπαλες παραστρατιωτικές ομάδες προκάλεσαν (επισήμως) 3.254 νεκρούς και δεκάδες χιλιάδες τραυματίες.
Σε αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο και η υποβάθμιση της Β. Ιρλανδίας, όπου το Μπέλφαστ, το Ντέρι και άλλες πόλεις και περιοχές είχαν κατά πολύ μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας και χαμηλότερο μέσο εισόδημα.
Σήμερα, πάντως, το πολιτικό σκέλος του IRA, το κόμμα Σιν Φέιν του Gerry Adams, διαθέτει έδρες στη βρετανική βουλή και είναι εξαιρετικά προσεκτικό -λόγω και του επιβαρυμένου παρελθόντος- στην ανακίνηση του ζητήματος της ανεξαρτησίας.
Φλάνδρα-Βέλγιο
Το εθνικιστικό κίνημα των ολλανδόφωνων Φλαμανδών κυριαρχείται από κόμμα της Δεξιάς και Ακροδεξιάς. Η επιρροή τους αποτυπώνεται στο γεγονός ότι μετά από κάθε εκλογική αναμέτρηση μεσολαβεί μεγάλο -συνήθως πολύμηνο- χρονικό διάστημα διαπραγματεύσεων για την εξεύρεση συμβιβασμού με τους γαλλόφωνους Βαλόνους.
Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι υπάρχει ιστορικό μίσος ανάμεσα στις δύο κοινότητες, σχεδόν όλα τα κόμματα της Φλάνδρας δεν θέτουν ευθέως θέμα απόσχισης από το Βέλγιο και, γι' αυτό, αρκετά από αυτά συμμετέχουν στην κεντρική κυβέρνηση των Βρυξελλών. Εξαίρεση αποτελεί μόνο το καθαρά ακροδεξιό Vlaams Belang, που τάσσεται ανοιχτά υπέρ της απόσχισης και κατά της Ε.Ε. και του ευρώ.
Και εδώ, πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι τα αίτια για την αντιπαράθεση δεν είναι αποκλειστικά εθνικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Βελγίου από την Ολλανδία το 1830, με τη βοήθεια των γαλλικών στρατευμάτων, η γαλλόφωνη μπουρζουαζία της νεαρής χώρας όχι απλώς αδιαφόρησε για τα δικαιώματα των Φλαμανδών, αλλά άσκησε σε βάρος τους πολύπλευρη και πολύμορφη καταπίεση.
Χώρα των Βάσκων - Ισπανία
Προκαλεί, αν μη τι άλλο, εντύπωση το γεγονός ότι στην υπόθεση της Καταλονίας, η πολιτική ηγεσία και τα πολιτικά κόμματα της Χώρας των Βάσκων τήρησαν μια εξαιρετικά προσεκτική και μετριοπαθή στάση. Κι αυτό παρά το ότι θα ανέμενε κανείς πως ο Carles Puigdemont θα έβρισκε εκεί έναν ισχυρό υποστηρικτή, εξαιτίας και της παράδοσης που υπάρχει στην αντιπαράθεση ανάμεσα στην τοπική κυβέρνηση της Euskadi με την Μαδρίτη.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Rajoy ηγείται μιας κυβέρνησης μειοψηφίας, την οποία στηρίζει και το Βασκικό Εθνικιστικό Κόμμα (PNV), το οποίο δεν ήρε την εμπιστοσύνη του, κάτι που θα οδηγούσε αυτομάτως στην πτώση της. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι για τη στάση των Βάσκων παίζουν δύο παράγοντες καθοριστικό ρόλο. 
Ο ένας έχει να κάνει με την αιματηρή παράδοση από τη δράση της αυτονομιστικής οργάνωσης ΕΤΑ (Euskadi Ta Askatasuna - Χώρα των Βάσκων και Ελευθερία), η οποία από το 1968 μέχρι την ήττα και τη συνθηκολόγησή της (που οριστικοποιήθηκε μόλις φέτος), έχει κοστίσει τη ζωή σε περίπου 840 ανθρώπους. Όσο για τον άλλο, αφορά τις προνομιακές οικονομικές σχέσεις ανάμεσα στη Βιτόρια και τη Μαδρίτη, καθώς η τοπική κυβέρνηση έχει εξασφαλίσει πολύ περισσότερα προνόμια από ό,τι η Βαρκελώνη.
Γροιλανδία - Δανία
Με πληθυσμό μόλις 57.000 ανθρώπων, εκ των οποίων οι περίπου 50.000 είναι γηγενείς, η πολική ζώνη του Βόρειου Ατλαντικού είναι αποικία της Δανίας από το 1775, έστω κι αν βρίσκεται πολύ εγγύτερα στον Καναδά από ό,τι στη Σκανδιναβία. Το 1953 μετατράπηκε σε επαρχία της Δανίας, ενώ το 1979 διασφάλισε ένα καθεστώς αυτονομίας.
Το 1985, οι κάτοικοί της ψήφισαν υπέρ της αποχώρησης από την Ε.Ε., αλλά να παραμείνουν εντός Δανίας (που είναι μέλος της Ε.Ε.), έτσι ώστε να διασώσουν την αλιεία τους, από όπου προέρχεται το βασικό έσοδο της Γροιλανδίας, από τις ποσοστώσεις των Βρυξελλών.
Το 2008 διεξήχθη ένα δεύτερο δημοψήφισμα, με το 75% να τάσσεται υπέρ της ακόμη πιο διευρυμένης αυτοκυβέρνησης, που ουσιαστικά κινείται στα όρια της ανεξαρτησίας, καθώς μόνο η άμυνα και η εξωτερική πολιτική υπάγονται στην αρμοδιότητα της Κοπεγχάγης.

Βαλκάνια
Εδώ είναι ο παράδεισος των εθνικισμών και μάλιστα όχι σε μία, αλλά σχεδόν σε όλες τις χώρες, όπου η ύπαρξη μειονοτήτων ανάγεται στην εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της στρεβλής κατάρρευσής της.
Βεβαίως, η βίαιη και αιματηρή διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, τη δεκαετία του '90, έλυσε ένα μεγάλο μέρος των αντιθέσεων, όχι όμως όλες. Η απόσχιση του Μαυροβουνίου και του Κοσόβου δεν φαίνεται πως θα είναι οι τελευταίες πράξεις του δράματος, όπως δείχνουν τα κατά καιρούς «ξεσπάσματα» ανάμεσα σε Σερβία και Αλβανία, Αλβανία και πΓΔΜ, Τουρκία και Βουλγαρία, Σερβία και Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ακόμη και Αλβανία και Ελλάδα.
Πρώην «ανατολικό μπλοκ»
Η λίστα, βεβαίως, θα μπορούσε να συνεχιστεί, ειδικά εφόσον αποφασίζαμε να αναφερθούμε σε χώρες όπως η Μολδαβία, η Γεωργία και η Ουκρανία, ακόμη και οι τρεις δημοκρατίες της Βαλτικής, όπου η παρουσία του ρωσικού εθνικού στοιχείου και της επιρροής της Μόσχας είναι κάτι παραπάνω από ισχυρή. Τόσο ισχυρή ώστε σε δύο τουλάχιστον από αυτές, Ουκρανία και Γεωργία, έχει οδηγήσει σε εμφύλιες πολεμικές συγκρούσεις.


http://www.liberal.gr/arthro/173232/epikairotita/2017/mia-duo-treis-polles-katalonies-apeiloun-tin-europi.html

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου